Να μην απολέσουμε τον κοινό παρονομαστή που λέγεται Θεσσαλονίκη

Να μην απολέσουμε τον κοινό παρονομαστή που λέγεται Θεσσαλονίκη

«Τα σύγχρονα διευθυντήρια δεν πρέπει να αρκούνται μόνο σε κάποιους ικανούς μάνατζερ, αλλά αντίθετα να διακατέχονται από δεξιότητες οργάνωσης και προώθησης ιδεών. Να διαθέτουν όραμα για την περιοχή, αλλά πάνω απ΄  όλα να έχουν συναίσθηση του οράματός τους. Οι τοπικοί άρχοντες ή θα προχωρήσουν με θαρραλέους σχεδιασμούς και στρατηγική ανάπτυξης στηριζόμενοι σε ίδιες δυνάμεις ή θα τριγυρνούν πέριξ της κεντρικής εξουσίας, σαν κολίγοι, για ένα δύο ρουσφέτια. Ήρθε η εποχή, φίλες και φίλοι, για σοβαρές αποφάσεις».

Χαρίτων Χιντήρογλου, καθηγητής βιολογίας στο ΑΠΘ

[Εφημερίδα ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ, 2-10-2010]

Η Τοπική Αυτοδιοίκηση έχει την ανάγκη μιας ευρύτερης μεταρρύθμισης στη βάση της οποίας οι φορείς της πολιτικής και της οικονομίας θα μπορούν να συμβάλλουν ώστε να ανανεωθεί η αλληλεγγύη της συνολικής κοινωνίας. Η άβυσσος του κοινωνικού χάσματος που άνοιξε με την πολιτική της αυστηρής λιτότητας και των «μνημονίων» κα που διαγράφεται απειλητική για την κοινωνική συνοχή θα πρέπει να αντιμετωπιστεί ώστε να διασφαλιστεί η επιστροφή των περιθωριοποιημένων τμημάτων του πληθυσμού στις οικονομικές και κοινωνικές λειτουργίες της καθημερινότητας.

Ακόμη και σήμερα μια αλλαγή πλεύσης της τοπικής αυτοδιοίκησης μπορεί να συμβάλλει στην υπερπήδηση των δυσκολιών που έχει φέρει στη χώρα η οικονομική (δομική) κρίση, να προωθήσει τον κοινωνικό εκσυγχρονισμό και να βελτιώσει την ποιότητα ζωής όλων των μελών της κοινωνίας. Εδώ να σημειώσουμε ότι: η επανένταξη μεγάλων τμημάτων του πληθυσμού στην καθημερινή εργασιακή και κοινωνική κανονικότητα σημαίνει περισσότερα έσοδα για το δήμο, αλλά και την τοπική αυτοδιοίκηση γενικώς, και κατ΄ επέκταση μεγαλύτερες δυνατότητες άσκησης μιας πιο επιθετικής και αποτελεσματικής κοινωνικής πολιτικής. Ένα παράδειγμα επ΄ αυτού: η συρρίκνωση του κατοικήσιμου χώρου σημαίνει αυτομάτως και απώλεια εσόδων για το δήμο. Όσα περισσότερα άτομα συνωστίζονται για να κατοικήσουν σε ένα χώρο, όσο μειώνονται δηλαδή τα κατά κεφαλή αναλογούντα τετραγωνικά («εκδήλωση της φτώχειας ως απώλεια κατοικήσιμου χώρου»), τόσο μικρότερα είναι τα έσοδα του δήμου (δημοτικά τέλη κ.α.).

Αν θέλουμε να αποκαταστήσουμε την Θεσσαλονίκη ως τμήμα μιας «κοινωνικής δημοκρατίας» και να την παγιώσουμε ως τέτοια μέσα από συμμετοχικές λειτουργίες στους θεσμούς της και αν θεωρούμε αναγκαία μια νέα αναδιανομή του πλούτου της, χρειαζόμαστε ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο, που θα αφορά όλους τους πολίτες.

Ένα τέτοιο συμβόλαιο σημαίνει ότι πρέπει να υπερβούμε τις λογικές διαχείρισης που επέβαλλε το κοινωνικό χάσμα (στην κατεύθυνση αυτή κινείται η κομματική υποψηφιότητα του ΣΥΡΙΖΑ με την Κ. Νοτοπούλου) και από την άλλη μια επιστροφή στις παλιές συνταγές του πελατειακού συστήματος και του «επιδοτούμενου επιχειρείν» μέσω δημοσίων κατασκευαστικών έργων (στην κατεύθυνση αυτή, την κατεύθυνση του περίφημου λόμπι των μπετατζήδων, κινούνται οι υποψηφιότητες του Ν. Ταχιάου, του Γ. Ορφανού, του Π. Ψωμιάδη, του Μ. Κυριζίδη, του Κ. Ζέρβα, του Σπ. Βούγια).

Ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο απαιτεί αμοιβαίες υποχωρήσεις και συμβολή όλων των πλευρών στην κατεύθυνση μιας εξόδου από την κρίση κοινωνικά αποδεκτής, κάτι που θα επιβεβαιώσει και τον δημοκρατικό προοδευτικό χαρακτήρα της Θεσσαλονίκης. Ένα τέτοιο κοινωνικό συμβόλαιο δεν επιβάλλεται με διοικητικά μέτρα, ούτε με ατζέντηδες και μάνατζερ, αλλά μπορεί να προκύψει από δημόσιες διαδικασίες διαμόρφωσης γνώμης και βούλησης ως ελεύθερη συμφωνία ΟΛΩΝ.

Έτσι σε αυτές τις δύσκολες συνθήκες είναι αναγκαία η διατήρηση της πεποίθησης σε ευρύτερα τμήματα του πληθυσμού της πόλης ότι ανήκουμε στην ίδια «κοινότητα» ανθρώπων και έχουμε πολλά κοινά σε αντίθεση με τα επιμέρους συμφέροντα. Ο κίνδυνος διεύρυνσης του κοινωνικού χάσματος μπορεί να επεκταθεί και να πάρει ακραίες ιδεολογικές μορφές (στην Αθήνα το φαινόμενο εκτραχύνεται κατά περιόδους, γνωρίζει εντάσεις και αποφορτίσεις, στη Θεσσαλονίκη απουσιάζει σε ευρεία κλίμακα και είναι σχεδόν ανύπαρκτο, οπότε μπορούμε να αναφερόμαστε σε ένα άλλο συγκριτικό πλεονέκτημα της πόλης έναντι του Λεκανοπεδίου) με αποτέλεσμα να απολεσθεί οριστικά ο κοινός παρονομαστής των διαφόρων κοινωνικών ομάδων που είναι η ίδια η Θεσσαλονίκη. Η δημοτική αρχή μπορεί να συμβάλλει στη διατήρηση της κοινωνικής ισορροπίας σε αυτή τη δύσκολη μεταβατική περίοδο.

Στο πλαίσιο τέτοιων προβληματισμών δύνανται να οριστούν επί μέρους προσανατολισμοί, να διατυπωθούν κατευθυντήριες γραμμές και να αρχίσουν να λαμβάνονται συγκεκριμένες αποφάσεις: συνεχής ενημέρωση του πληθυσμού, ενίσχυση των αστέγων και απόρων, προγράμματα επανένταξης στο κοινωνικό σύνολο και στην κανονικότητα της καθημερινής ζωής κ.α.

Ο ψυχοκοινωνικός φόρτος για τα θύματα της μακροχρόνιας ανεργίας και της φτώχειας θεωρείται δεδομένος και θα πρέπει να επιλεγούν πολιτικές πρακτικές αποφόρτισης των ατόμων από τις επιπτώσεις της φτώχειας στην ψυχική κατάστασή τους. Για αυτό απαιτείται ένα δίκτυο ή να ενισχυθούν τα υφιστάμενα, επιστημονικής και ψυχολογικής υποστήριξης που θα ασχολείται με τα ψυχολογικά τραύματα και προβλήματα, δηλαδή τα μακροχρόνια ίχνη που αφήνει η κρίση στους πολίτες της Θεσσαλονίκης.

Ο Όμηρος Ταχμαζίδης είναι υποψήφιος δημοτικός σύμβουλος με την ΔΚΘ «Υψίπολις» (www.ipsipolis.gr ) και υποψήφιο δήμαρχο τον Γρηγόρη Ζαρωτιάδη

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *