Επιχειρηματικότητα, επίκτητη ή κληρονομική

Επιχειρηματικότητα, επίκτητη ή κληρονομική

Ηρακλής Ι. Γωνιάδης[i]

Η επιχειρηματικότητα στηρίζεται σε επίκτητα χαρακτηριστικά και όχι σε γενετικά, δηλαδή, ο επιχειρηματίας γίνεται και δεν γεννιέται. Είναι μιμίδιο[1], ένα πολιτιστικό ισοδύναμο του γονιδίου  το οποίο κληροδοτείται μέσω της επικοινωνίας, της γλώσσας, των εθίμων και γενικότερα, της κουλτούρας μιας κοινωνίας. Αποτελεί προϊόν μιας κουλτούρας που δημιουργείται από την ίδια την κοινωνία[2] στην ποιότητα και στο βαθμό που πιστεύει στην αναγκαιότητά της και θεωρεί την επιχειρηματικότητα παράγοντα δημιουργίας ατομικού και κοινωνικού πλούτου.

Δεν είναι γονίδιο το οποίο –όπως λένε οι ειδικοί- αλληλοεπιδρώντας με τα διάφορα περιβάλλοντα μεταλλάσσεται αργά κληροδοτώντας την πιο εξελιγμένη του εκδοχή σε μεταγενέστερες γενιές, σε αντίθεση με το μιμίδιο που μεταβιβάζεται άμεσα στην ίδια ή και στην αμέσως επόμενη γενιά. «Δεν υπάρχει ένα απλό γονίδιο της επιχειρηματικότητας, αλλά υπάρχουν χαρακτηριστικά και εμπειρίες που καθιστούν πιθανότερο πώς ένα άτομο θα επιλέξει το δρόμο της επιχειρηματικότητας και, κυρίως, θα πετύχει μακροπρόθεσμα»[3].

Οι άνθρωποι «δεν γεννιούνται με ένα γονίδιο για την επιχειρηματικότητα, αλλά υπάρχουν τέσσερις συμπληρωματικοί μηχανισμοί μέσω των οποίων οι γενετικοί παράγοντες μπορούν να επηρεάσουν την τάση των ανθρώπων να ασκούν επιχειρηματική δραστηριότητα»[4]. Κατά συνέπεια, τα γονίδια διαδραματίζουν κάποιο ρόλο στην εκδίπλωσή της, καθώς

  • «μπορούν να επηρεάσουν τους χημικούς μηχανισμούς στον εγκέφαλο, αυξάνοντας την πιθανότητα επιχειρηματικής δράσης,
  • ενδέχεται να προδιαθέτουν τους ανθρώπους να αναπτύξουν ατομικές ιδιότητες (π.χ. εξωστρέφεια και αίσθηση εσωτερικού ελέγχου) επηρεάζοντας την τάση τους προς αυτή τη δραστηριότητα,
  • μπορούν να κάνουν μερικούς ανθρώπους πιο ευαίσθητους από άλλους σε περιβαλλοντικά ερεθίσματα τα οποία αυξάνουν την πιθανότητα ανάληψης επιχειρηματικής πρωτοβουλίας και
  •  είναι δυνατό να επηρεάσουν την έκθεση σε περιβάλλοντα ευνοϊκότερα για την επιχειρηματικότητα»[5].

Οι προκλήσεις  τίθενται από το κοινωνικοοικονομικό και πολιτιστικό περιβάλλον όπου «οι γενετικοί παράγοντες αλληλοεπιδρούν με τους αντίστοιχους περιβαλλοντικούς, αλλά μόνο με έναν παθητικό τρόπο, ως αντίδραση σ’  αυτούς»[6], δηλαδή προηγείται η πρόκληση από την  ανταπόκριση. Αυτός, λοιπόν, που «γεννιέται» και μεγαλώνει σ’ ένα επιχειρηματικό περιβάλλον ή σε μια επιχειρηματική οικογένεια, αποκτά σημαντικό πλεονέκτημα -χωρίς αυτό να είναι κανόνας- καθώς εξοικειώνεται με το κλίμα και προσλαμβάνει ανάλογες παραστάσεις. Η βιωματική γνώση και εμπειρία διαδραματίζει το δικό της ρόλο ενισχυόμενη ακόμα περισσότερο με την εκπαίδευση και κατάρτιση πριν την επιχειρηματική εκκίνηση αλλά και μετά από αυτή. Οι ανάγκες τις οποίες καλύπτει η επιχειρηματικότητα εντείνονται διαρκώς και κατά συνέπεια, απαιτείται συστηματική, διαρκής και εκτεταμένη καλλιέργειά της. Καθώς δε, αποτελεί μια ενδιάμεση διαδικασία δημιουργίας πλούτου, η ανάπτυξη και βελτίωσή της επηρεάζεται έντονα από το θεσμικό περιβάλλον (πέρα από το οικογενειακό και κοινωνικό) μέσα στο οποίο καλείται να ευδοκιμήσει.

Θέτοντάς το διαφορετικά, ο «σπόρος» της επιχειρηματικότητας βρίσκεται σε νάρκη στον άνθρωπο, το φυτώριό της απ’ όπου μεταφυτεύεται σε διάφορες περιοχές (τεχνολογία, πολιτισμός, αγορά, κοινωνία κλπ.), ανεξάρτητες από τόπους και εποχές, επηρεαζόμενη όμως από προκαταλήψεις και στάσεις απέναντί της. Η επιχειρηματική του συμπεριφορά εκδηλώνεται βασιζόμενη τόσο στις πληροφορίες που βρίσκονται κωδικοποιημένες στα γονίδια, όσο και σ’ εκείνες που αποκτά μέσω των κοινωνικών εμπειριών αμέσως μετά τη γέννησή του, καθώς «δεν υπάρχει φύση χωρίς ανατροφή, ούτε και ανατροφή χωρίς φύση»[7].

Η επιχειρηματικότητα, πέραν της εκπαίδευσης/ κατάρτισης, αποκτάται και βελτιώνεται επίσης, μέσω της σωστής ενασχόλησης με ό,τι καταπιάνεται το άτομο, δουλεύοντας έξυπνα και όχι μόνο σκληρά στα γόνιμα επιχειρηματικά περιβάλλοντα που ενθαρρύνουν την εμπλοκή, τον πειραματισμό και την ανοχή στο λάθος. Η γνώση και οι δεξιότητες που αποκτά μέσω «θητείας» στο περιβάλλον μιας επιχείρησης, είναι εκείνα που του διασφαλίζουν την απαραίτητη εμπειρία γύρω από τη λειτουργία της αγοράς και την καθημερινή διαχείριση της επιχείρησης (μάνατζμεντ, μάρκετινγκ, διαπραγματεύσεις κλπ.), παρέχοντάς του την ευκαιρία να αναδείξει ή να ενισχύσει την επιχειρηματική του ευφυΐα.

Με άλλα λόγια, την επιχειρηματικότητα δεν τη διδάσκεται κανείς μόνο με «ομιλία και κιμωλία» στις αίθουσες, χρειάζεται και την εμπειρική της εφαρμογή στους χώρους των επιχειρήσεων και της αγοράς για την εμπέδωσή της. Την επιχειρηματική εμπειρία την αποκτά ως εργαζόμενος σε μια επιχείρηση που τον ενθαρρύνει, ή «καταβάλλοντας δίδακτρα» απασχολούμενος χωρίς καμία[8] ή με πολύ μικρή αμοιβή επενδύοντας στο προσωπικό του κεφάλαιο. Ένας άλλος τρόπος που εμπεριέχει κίνδυνο καθώς απαιτεί και χρηματικό κεφάλαιο, είναι να αναλάβει την επιχειρηματική του πρωτοβουλία όντας ακόμη υπάλληλος[9] ή στέλεχος επιχείρησης «μέχρι να πατήσει στα πόδια του» και μετά να δοθεί «ψυχή τε και σώματι» στην εκπλήρωση του ονείρου του.

Εκείνοι που μεγαλώνουν σε ένα οικογενειακό επιχειρηματικό περιβάλλον ή και εργάζονται στην οικογενειακή επιχείρηση, προσλαμβάνουν από πολύ νωρίς τις δέουσες παραστάσεις και προκλήσεις. Εξοικειώνονται με την επιχειρηματική λειτουργία, την αβεβαιότητα και τους κινδύνους[10] της, και, με μεγάλη πιθανότητα εξελίσσονται σε επιχειρηματίες αναλαμβάνοντας τα ηνία της οικογενειακής επιχείρησης[11] ή δημιουργώντας τη δική τους. Αυτή η βιωματική διαδικασία μάθησης, από τα πρώιμα ακόμη στάδια της ηλικίας, δημιουργεί την ψευδαίσθηση σε κάποιους, ότι η επιχειρηματικότητα βρίσκεται στο DNA των παιδιών που, ως ενήλικοι πια, γίνονται επιχειρηματίες. Το επιχειρηματικό περιβάλλον είναι εκείνο που τους διαμορφώνει, «φυτεύοντας το σπόρο» συνειδητά και ασυνείδητα, καθώς «στο χορό της ζωής τα γονίδια και το περιβάλλον είναι απολύτως στενά συνδεδεμένοι παρτενέρ»[12].

Αυτοί που ζουν και δρουν μέσα σε ένα επιχειρηματικό περιβάλλον ενισχύουν την πιθανότητα να εξελιχθούν σε επιχειρηματίες με πολύ μεγάλο ποσοστό επιτυχίας. Μπορούν να είναι σχετικά παθητικοί δέκτες αλλά και να διαδραματίζουν ρόλο στα γεγονότα μέσω των αντιδράσεών τους, επεμβαίνοντας ενεργά στην επιλογή ή και στη δημιουργία του περιβάλλοντός τους. Αναμφίβολα πάντως, η μύηση και η εκπαίδευση των νέων στην επιχειρηματική δράση, ως επιχειρηματίες ή στελέχη, είναι δυνατό να αναδείξει ένα σύνολο από οφέλη που θα δημιουργήσουν καλύτερες συνθήκες ζωής στο μέλλον για τους ίδιους, την κοινωνία και φυσικά, για τις διάδοχες γενιές.


[1] Βλ. R. Dawkins, Το εγωιστικό γονίδιο, εκδόσεις  Κάτοπτρο.

[2] «Ό,τι μια χώρα εκτιμά, αυτό καλλιεργεί» κατά τον Πλάτωνα.

[3] Ernst & Young,” Nature or nurture? Decoding the DNA of the entrepreneur”, 2011.

[4] Nikolaou, N. & Shane, Sc. (2009) “Can genetic factors influence the likelihood of engaging in entrepreneurial activity?», Journal of Business Venturing, 24 (2009) 1–22, www.sciencedirect.com.

[5] Στο ίδιο.

[6] Cervone, D. & Pervin, A.L. «Θεωρίες Προσωπικότητας», Εκδόσεις Gutenberg, Αθήνα 2013.

[7] Στο ίδιο.

[8] Το «τζάμπα δούλεψε, τζάμπα μην κάθεσαι» δεν είναι κακή επιλογή για κάποιον που επιθυμεί να εξελιχθεί αντί να αδρανοποιεί το διανοητικό του κεφάλαιο. Η αδράνεια προκαλεί «απόσυρση» από την αγορά και «μάτια που δεν βλέπονται, γρήγορα λησμονιούνται»!

[9] Η προσπάθεια για «παράπλευρη ωφέλεια» μπορεί να οδηγήσει σε… στρατηγική απώλεια λόγω απόλυσης, είτε γιατί δεν το επιτρέπει η πολιτική της επιχείρησης, είτε επειδή απαγορεύεται από τη σύμβαση εργασίας (π.χ. ρήτρα εχεμύθειας ή μη ανταγωνιστικότητας). Σε κάθε περίπτωση, πρέπει να αποφεύγεται η χρήση αποκλειστικών πληροφοριών (π.χ. συνταγές, τεχνογνωσία και εμπορικά μυστικά ή πατέντες), όπως και πόρων (π.χ. λογισμικό, διαδίκτυο, υλικά και εργαλεία κλπ.) του εργοδότη. Επίσης, να μη στρατολογούνται πρώην συνάδελφοι, ούτε και να εκτελούνται δουλειές κατά την ώρα εργασίας στον εργοδότη, ο οποίος ίσως είναι καλύτερο να γνωρίζει την παράλληλη επιχειρηματική προσπάθεια του συνεργάτη του, αφού βέβαια ο τελευταίος ανιχνεύσει τις διαθέσεις του.

H Σουηδία έχει καθιερώσει -από εικοσαετίας– το δικαίωμα του εργαζομένου για 6μηνη άδεια άνευ αποδοχών, για να στήσει την επιχείρησή του. Η εργοδότρια εταιρία μπορεί να την αρνηθεί μόνο αν επικαλεστεί αδυναμία λειτουργίας χωρίς αυτόν, ή αν ο εργαζόμενος θέλει να δημιουργήσει μια άμεσα ανταγωνιστική της επιχείρηση. Μετά το πέρας της άδειας, ο εργαζόμενος έχει τη δυνατότητα να επιστρέψει επιθυμώντας να εργάζεται παράλληλα, ή επειδή απέτυχε η επιχειρηματική του απόπειρα.

[10] Όσοι έχουν μεγαλώσει σε ένα τέτοιο περιβάλλον –όπως ο γράφων- έχουν νιώσει έντονες διακυμάνσεις στη ζωή τους, περνώντας από την άνεση στην πίεση και από το «δόξα τον Θεό» στο «Παναγιά, βοήθα»!

[11] Προς τέρψη του ιδρυτή της ο οποίος και οφείλει να προετοιμάσει τη διαδοχή ώστε να μην ισχύσει ότι «η πρώτη γενιά δημιουργεί και η επόμενη… διαλύει».

[12] Βλ. Cervone & Pervin.


[i] Διδάκτορας Οικονομικών Επιστημών σε θέματα επιχειρηματικότητας, συγγραφέας δύο βιβλίων με τίτλο «Επιχειρηματικότητα & Καινοτομία: από την ίδρυση στη διοίκηση και στην επιβίωση της νέας επιχείρησης» (Εκδ. Gutenberg) και «Επιχειρηματικότητα, οικονομική ανάπτυξη και κοινωνική ευημερία» (Εκδ. Διπλογραφία).

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *