Εισήγηση του Γρηγόρη Ζαρωτιάδη στο Ετήσιο Συνέδριο PALSO

Εισήγηση του Γρηγόρη Ζαρωτιάδη στο Ετήσιο Συνέδριο PALSO

Εισηγήθηκε το θέμα «Μετανάστες στην Ελληνική Κοινωνία και η Συμβολή της Ξενόγλωσσης Παιδείας στην Κοινωνικοοικονομική Ένταξη»

Κατόπιν σχετικής πρόσκλησης από την Πανελλήνια Ομοσπονδία Ιδιοκτητών Κέντρων Ξένων Γλωσσών (PALSO) (28-29/08/2010), ο Γρηγόρης Ζαρωτιάδης παρέστη στο 28οΕκπαιδευτικό Συνέδριό της στη Λίμνη Πλαστήρα και εισηγήθηκε το θέμα «Μετανάστες στην Ελληνική Κοινωνία και ηΣυμβολή της Ξενόγλωσσης Παιδείας στην Κοινωνικοοικονομική Ένταξη».

Στο πλαίσιο της εισήγησής του, ο Γρηγόρης Ζαρωτιάδης, αφού τοποθέτησε το φαινόμενο της μετανάστευσης στο πλαίσιο της σύγχρονης παγκοσμιοποίησης και την ουσιαστική ανατροπή του εθνοκεντρικού τρόπου ανάπτυξης του καπιταλισμού, αναφέρθηκε περιληπτικά στα ακόλουθα:

Οι πολυπολιτισμικές κοινωνίες είναι οι κοινωνίες του μέλλοντος. Βεβαίως, αυτό δεν σημαίνει το τέλος των εθνικών / εθνολογικών προσδιορισμών. Τουναντίον, οι εθνολογικές κοινωνικές και πολιτισμικές διαφοροποιήσεις είναι στοιχεία που μπορούν να συνυπάρχουν στο πλαίσιο μιας πολυπολιτισμικής κοινωνίας, ενώ μάλιστα αποτελούν συντελεστές παραγωγής πλούτου και ανάπτυξης.

Το γεγονός ότι το μεταναστευτικό ρεύμα στη χώρα μας συνάντησε τη γενικότερη αναποτελεσματικότητα της οργανωμένης πολιτείας, σε συνδυασμό με την ανυπαρξία μιας ολοκληρωμένης, στοχευμένης, προοδευτικής μεταναστευτικής πολιτικής προκάλεσε μια κατάσταση ιδιαιτέρως προβληματική με δύσκολες κοινωνικοοικονομικές προεκτάσεις και μια εμφανή ανικανότητα αξιοποίησης των υπαρκτών θετικών επιπτώσεων που θα μπορούσαν να προκύψουν στη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής παραγωγής, στην ενίσχυση της εγχώριας κατανάλωσης, στη βελτίωση της διεισδυτικότητας ελληνικών προϊόντων και κεφαλαίων σε ξένες αγορές, καθώς και στην καθημερινότητα μας μέσα από την διαπολιτισμική επικοινωνία.

Δεν είναι λοιπόν διόλου τυχαίο, το γεγονός ότι η ελληνική κυβέρνηση επέλεξε ως μια από τις πρώτες της παρεμβάσεις να απαντήσει στις σχετικές δυσκολίες ενσωμάτωσης των μεταναστών, δείχνει ακριβώς τη σημασία του ζητήματος (νόμος 3638/2010). Η ανάγκη διασφάλισης των κατάλληλων συνθηκών ανθρώπινης διαβίωσης καθώς και προσωπικής κοινωνικοοικονομικής εξέλιξης δεν είναι απλώς μια ευθύνη του ελληνισμού, δεδομένων των προσφυγικών και των μεταναστευτικών ιστορικών καταβολών του, αλλά πολύ περισσότερο είναι μια ευκαιρία – αν αξιοποιηθεί σωστά – να συμβάλλει στην κοινωνική και πρωτίστως στην οικονομική αναγέννηση της χώρας. Η μετανάστευση είναι ζήτημα. Δυστυχώς την καταστήσαμε πρόβλημα. Μπορούμε να τη μετατρέψουμε σε ευκαιρία και εργαλείο.

Τα ποιοτικά χαρακτηριστικά των μεταναστευτικών ρευμάτων, όχι μόνο αυτά που φέρνουν μαζί από το κοινωνικοοικονομικό περιβάλλον προέλευσης τους, αλλά και αυτά που μπορούν να αποκτήσουν / αναπτύξουν μέσα από μια ολοκληρωμένη διαδικασία κοινωνικοοικονομικής ένταξης στη χώρα υποδοχής, είναι βασικό ζητούμενο για την ασκούμενη μεταναστευτική πολιτική. Σε αυτό ακριβώς το σημείο εδράζεται και ο εξόχως σημαντικός ρόλος της ξενόγλωσσης εκπαίδευσης, έτσι όπως τον ορίσαμε συμπεριλαμβάνοντας και την εκπαίδευση στην ελληνική γλώσσα.

Καταρχήν, χρίζει ιδιαίτερης επισήμανσης η ανάγκη εξατομικευμένης διερεύνησης των επιδιώξεων του κάθε μετανάστη στη χώρα προκειμένου να προσαρμόζεται αναλόγως ο τρόπος με τον οποίο πρέπει να τον υποστηρίζει η οργανωμένη ελληνική πολιτεία. Για τους μετανάστες που επιλέγουν την χώρα μας για μόνιμη διαμονή, ας επιτραπεί ο όρος «μετανάστες-πολίτες στην Ελλάδα» η σημασία της ξενόγλωσσης εκπαίδευσης έγκειται στη διευκόλυνση της κοινωνικοοικονομικής τους ένταξης – ας μην ξεχνάμε άλλωστε τη συνεισφορά των ξενόγλωσσων φροντιστηρίων στην κοινωνικοποίηση της νεολαίας της ελληνικής κοινωνίας, δεδομένων των ιδιαιτεροτήτων του συστήματος εκπαίδευσης – αλλά και στην ενίσχυση των ποιοτικών χαρακτηριστικών και συνεπώς της παραγωγικότητάς τους ως αυριανοί παραγωγοί / εργαζόμενοι.

Για τη δεύτερη ομάδα των «εποχιακά επανερχόμενων μεταναστών», δεδομένης της υποδεέστερης εκπαιδευτικής υποδομής στη χώρα προέλευσής τους – πρόκειται κυρίως για εργαζόμενους από τις γειτονικές βαλκανικές χώρες – η συνεισφορά της ξενόγλωσσης εκπαίδευσης επικεντρώνεται επίσης στην ενίσχυση του ανθρωπίνου κεφαλαίου που αυτοί ενσωματώνουν (το ζήτημα της ένταξής τους δεν είναι τόσο σημαντικό).

Τέλος, για την τρίτη κατηγορία των «διερχομένων μεταναστών», η ιδιαίτερη συμβολή της ξενόγλωσσης εκπαίδευσης έγκειται στην επιτάχυνση και διευκόλυνση της μετάβασής τους στις χώρες τελικού προορισμού, όπου πολλές φορές, εκτός της πραγματικής ανάγκης να γνωρίζει κανείς τη γλώσσα της περιοχής, η γλωσσομάθεια ορίζεται ως προϋπόθεση ή έστω ως σημαντικό προσόν για την απόκτηση άδειας παραμονής και απασχόλησης.

Συμπεραίνει λοιπόν κανείς εύκολα ότι οι μετανάστες, ανεξαρτήτως κατηγοριοποίησης, αποτελούν ένα ιδιαίτερο κοινωνικό τμήμα στο οποίο η ξενόγλωσση εκπαίδευση, συμπεριλαμβανόμενης και της ελληνικής γλώσσας και αναπτυσσόμενης σε όλο το φάσμα των παρεχόμενων εκπαιδευτικών υπηρεσιών – αρχική ή συνεχιζόμενη, ανηλίκων ή ενηλίκων, ταχύρυθμων ή πιο ολοκληρωμένων προγραμμάτων, μπορεί και πρέπει να βρει έναν ξεχωριστό «πελάτη». Αφενός πρόκειται λοιπόν για την ανάδειξη νέων περιοχών επιχειρηματικής δραστηριοποίησης, η οποία όμως έχει ιδιαίτερη σημασία για την ελληνική κοινωνία και οικονομία, όταν μάλιστα λογιστεί σε αντιστοιχία με τις ιδιαίτερες απαιτήσεις της κάθε μεταναστευτικής ομάδας. Σε αυτήν την κατεύθυνση, η συνεργασία των κρατικών δομών σχεδιασμού και άσκησης μεταναστευτικής πολιτικής με τους φορείς – ιδιωτικούς και δημόσιους – που παρέχουν ξενόγλωσση εκπαίδευση δεν μπορεί παρά να αποβεί προς όφελος όλων.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *